Η ΑΛΙΑΔΑ. Μια Κυριακή του Μάρτη στα 1826 και το ανταριασμένο Μεσολόγγι βαστάει ακόμα γερά..., κρατάει να μην περάσουν οι βάρβαροι. Οι σκελετωμένοι ελεύθεροι πολιορκημένοι, με τις φλογισμένες ψυχές, οι φύλακες του γένους αντέχουν ακόμα , με τις λίγες ανάσες και τα δυναμάρια που τους έχουν απομείνει. Ένας φουστανελάς Ξηρομερίτης, μπαρουτοκαπνισμένος αγωνιστής , λερωμένος, ματωμένος, αποσταμένος, στεγνός- πετσί και κόκαλο αλλά κι’ αληθινό θεριό συνάμα - σε μια ανάπαυλα τ’ αγώνα,. καθόταν κατάχαμα , με παράμερα τ άρματα του, ακουμπισμένος σ ένα πεζούλι, αντίκρυ απ' τα βορεινά τείχη που χόρευε ο χάρος..κι έφτιαχνε με ζήλο το φαί του. Είχε κονομήσει -ο εικοσιπεντάχρονος άνδρας- τρείς φέτες ξερό ψωμί και λίγα δράμια λάδι, ...φύλαγε -σαν ιερό φυλαχτό- ένα σκόρδο και λίγο ξύδι πού απ' τα Χριστούγεννα, τον είχε φιλέψει ένας ναύτης του Μιαούλη και αποφάσισε τούτη την Κυριακή, να κάνει την δικιά του Λαμπρή φτιάχνοντας την αγαπημένη του αλιάδα ( σκορδαλιά), γιατί κάτι μέσα το...