Τα παιδιά των χωριών και των χωραφιών «Η χαμένη εφηβεία»
Στη νεότερη ελληνική ιστορία υπάρχει μια γενιά που μεγάλωσε σιωπηλά, χωρίς να καταγραφεί επαρκώς στα βιβλία. Είναι τα παιδιά των χωραφιών.
Παιδιά που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην ελληνική ύπαιθρο, κυρίως από τη δεκαετία του 1940 έως και τα τέλη της δεκαετίας του 1970, κυρίως σε χωριά της χώρας μας.
Πρόκειται για μια γενιά που βίωσε τη φτώχεια, τον μόχθο και την έλλειψη επιλογών, αλλά ταυτόχρονα στήριξε με τη δουλειά της την οικογένεια, την τοπική οικονομία και, τελικά, την ίδια τη χώρα.
Τα παιδιά των χωραφιών γεννήθηκαν και στα δικά μας χωριά, του Ξηρομέρου, του Βάλτου, του Μεσολογγίου, της Τριχωνίδας και της Ναυπακτίας.
Ήταν παιδιά φτωχών ή και εξαθλιωμένων οικογενειών, σε μια Ελλάδα που προσπαθούσε να σταθεί ξανά στα πόδια της μετά από πολέμους, Κατοχή, Εμφύλιο και Δικτατορία.
Μια χώρα πληγωμένη, με ανύπαρκτες υποδομές, περιορισμένη κρατική μέριμνα, υγεία και πρόνοια και με την ύπαιθρο να σηκώνει σχεδόν μόνη της το βάρος της επιβίωσης.
Η ζωή στα χωριά Τα σπίτια στα χωριά εκείνες τις εποχές ήταν μικρά, συνήθως ενός ή δύο δωματίων . Εκεί συνυπήρχαν υποτυπώδες κουζίνα, καθιστικό και χώρος ύπνου. Σε αυτό τον μικρό χώρο κατοικούσαν γονείς, παιδιά, παππούς, γιαγιά .
Το πάτωμα χωμάτινο στη χειρότερη εκδοχή και τσιμέντο στην καλύτερη και ο ύπνος΄ στρωματσάδα τα παιδιά, σε αυτοσχέδια ντιβάνια οι υπόλοιποι.
Το τζάκι αποτελούσε πηγή ζεστασιάς αλλά και μαγειρέματος το χειμώνα, ενώ το μαγείρεμα τις άλλες εποχές γινόταν έξω στην αυλή σε πρόχειρα υπόστεγα με κύρια καύση τα ξύλα και αργότερα τη δεκαετία του -60 και -70 ήρθε το πετρογκάζ - ενώ η λεγόμενη τουαλέτα βρισκόταν σε μια απόμερη γωνιά της αυλής – οι γνωστές «τουρκικές».
Νερό λιγοστό συχνά από πηγάδι ή φυσική πηγή ή κοινόχρηστη βρύση, φως από λάμπες πετρελαίου και αργότερα από το λιγοστό ηλεκτρικό. Σωματική καθαριότητα με δυσκολίες ή κάθε μήνα στη σκάφη ή σε βαρέλι.
Δρόμοι χωμάτινοι, στοιχειώδης υποδομές ανύπαρκτες, χώροι αυτοσχέδιου παιχνιδιού τα χωράφια όταν δεν ήταν καλλιεργημένα και στα σοκάκια της γειτονιάς και με αυτοσχέδια παιχνίδια .
Η οικονομία των οικογενειών ήταν αποκλειστικά αγροκτηνοτροφική. Κλήρος για καλλιέργεια πολύ μικρός των 2- 5 και 10 στρεμμάτων, μηχανικά μέσα σχεδόν δεν υπήρχαν.
Όλες οι εργασίες γίνονταν με τα χέρια, με ζώα και με πρωτόγονα εργαλεία. Η ανάγκη για εργατικά χέρια ήταν μεγάλη και, αναπόφευκτα, τα παιδιά εντάσσονταν νωρίς στην παραγωγική διαδικασία. Τα πολλά παιδιά ως «πλούτος»
Στις δεκαετίες του ’40 του ’50 του ’60, έως και του ‘70 οι πολύτεκνες οικογένειες ήταν ο κανόνας. Τέσσερα, έξι, οκτώ ή και δέκα παιδιά δεν θεωρούνταν υπερβολή.
Όσο περισσότερα τα παιδιά, τόσο περισσότερα τα χέρια για το χωράφι, το κοπάδι, το σπίτι. Το παιδί δεν αντιμετωπιζόταν μόνο ως μέλος της οικογένειας, αλλά και ως αναγκαίος συντελεστής επιβίωσης, ως πολύτιμα εργατικά χέρια για το οικογενειακό εισόδημα.
Στην ανατροφή του δεν υπήρχαν περιθώρια άνεσης και πολυτέλειας, τροφή σπιτική μεν αλλά λιγοστή και φτωχή σε θρεπτικά συστατικά, από την ίδια κατσαρόλα με την υπόλοιπη ενήλικη οικογένεια.
Ρουχισμός υποτυπώδεις με βαριά χειροποίητα ρούχα, τον χειμώνα, που τις περισσότερες φορές αν δεν έλιωναν από την χρήση τα κληρονομούσαν με τη σειρά τους τα επόμενα παιδιά της οικογένειας ή και της γειτονιάς.
Η εικόνα των μπαλωμένων ρούχων και των τρύπιων παπουτσιών των παιδιών ήταν χαρακτηριστική της εποχής. Από την ηλικία των 9 ή 10 ετών, τα παιδιά δούλευαν κανονικά στο χωράφι, στα ζώα, στα μικρά οικογενειακά μαγαζιά, στο σπίτι, στο εργόχειρο, στον αργαλειό, στην οικοδομή, στα περιβόλια και στην υλοτομία .
Οι καλλιέργειες και ο μόχθος Μετά τις αρχές της δεκαετίας του 1960, οι καλλιέργειες στην περιοχή μας σταθεροποιήθηκαν σε συγκεκριμένα προϊόντα: • καπνός (ιδιαίτερα στο Ξηρόμερο και περιοχές του Αγρινίου),καλαμπόκι, βαμβάκι, Καρπούζια, τριφύλλια , ελιές, αμπέλια και περιβόλια, παράλληλα με την υπαίθρια ελεύθερη κτηνοτροφία.
Ο καπνός υπήρξε η πιο σκληρή και απαιτητική καλλιέργεια. Τα παιδιά συμμετείχαν σε όλα τα στάδια. Φύτεμα, σκυμμένα με ένα σουβλί να φυτεύουν το φιντάνι, σκάλισμα, μάζεμα από τις 3 τα μεσάνυχτα έως το ξημέρωμα να βγει ο ήλιος, μπελόνιασμα - αρμάθιασμα ολημερίς στην αυλή του σπιτιού, αποξήρανση, δεματοποίηση του.
Η εργασία ήταν πολύωρη και εξαντλητική, άρχιζε τον Μάρτιο και τελείωνε τον Οκτώβριο, για να ακολουθήσουν οι ελιές και τα περιβόλια.
Ήταν εκτεθειμένα στα στοιχειά της φύσης, σε ατυχήματα, σε δηλητήρια που ψέκαζαν τα καπνά, στις καιρικές συνθήκες και οι εργασίες και η ενδυμασία τους δεν τους παρείχαν καμία ασφάλεια, ειδικά στην κτηνοτροφία. Η διατροφή στο χωράφι, στη βοσκή, ήταν ακανόνιστη, ποιο λιτή και φτωχή σε θρεπτικά συστατικά.
Ψωμί με νερό και ζάχαρη ή λάδι και ζάχαρη ή λάδι και αλάτι ρίγανη ή λίγο τυρί για να ξεγελαστεί η πείνα. Όσπρια, πατάτες, χόρτα, κάνα αυγό και πίτες καθώς και κονσέρβες, ως βασικό φαγητό.
Η μικρή σε ποσότητα τροφή ήταν γνώριμη αίσθηση. Κρέας σπάνια, συνήθως μόνο Κυριακές και σε γιορτές και η γνώριμη σούπα τις Κυριακές από σπιτική κότα.
Η παρουσία τους παντού Πέρα από τα καπνοχώραφα τα παιδιά ήταν παντού και δίπλα στους γονείς :
• στη βοσκή και στο άρμεγμα των ζώων, στην τροφή τους και το πότισμα, στο κουβάλημα του γάλακτος, αλλά και των υπολοίπων εργασιών στη στάνη.
• Στο ψάρεμα πάνω στο καΐκι με αντίξοες συνθήκες, • στο καφενείο ως μικροί καφετζήδες, και μπακάληδες
• στο ψητοπωλείο ως βοηθοί ψήστη, σερβιτόροι, • στο μάζεμα της ελιάς ως ραβδιστές και κουβαλητές,
• στο αμπέλι και στον τρύγο,
• στα καλαμπόκια , στα τριφύλλια , στα Βαμβάκια, στα μποστάνια, όλο το καλοκαίρι.
• το φθινόπωρο στα περιβόλια, στο μάζεμα ξύλων και φρυγάνων για το τζάκι και τον φούρνο.
• Επιπλέον, αργαλειός και εργόχειρο για τα κορίτσια τις ελεύθερες ώρες, ειδικά το χειμώνα που οι καλλιέργειες ήταν λιγοστές και φροντίδα του σπιτιού και μαγείρεμα, πλύσιμο ως χέρι βοηθείας στη μάνα.
Ήταν πάντα παρόντα. Ένα επιπλέον χέρι. Μια ανάσα ξεκούρασης για τον γονιό. Σχολείο και όνειρα Παρά τις δυσκολίες, το σχολείο υπήρξε για πολλούς μια αχτίδα ελπίδας.
Παιδιά εξαντλημένα από τη δουλειά προσπαθούσαν, κάθε πρωί, να φτάσουν στο σχολείο, ακόμη και περπατώντας χιλιόμετρα. Το βράδυ, μετά τις αγγαρείες, διάβαζαν μόνα τους, χωρίς καμία βοήθεια αφού οι γονείς τους, στη συντριπτική πλειονότητά τους, ήταν αγράμματοι και τα φροντιστήρια ούτε στο όνειρό τους.
Στριμωγμένα σε μια γωνιά του κοινόχρηστου υγρού δωματίου, σκυμμένα πάνω από τα βιβλία, που τις περισσότερες φορές τα ακουμπούσαν πάνω στα γονατάκια τους, στο φως ενός λυχναριού, μιας λάμπας πετρελαίου και αργότερα του ηλεκτρικού, με τα μάτια συχνά να κλείνουν από την κούραση, κρατούσαν ζωντανό ένα όνειρο.
Τη μόρφωση. Ήταν ο μοναδικός δρόμος διαφυγής από τη φτώχεια, την ταλαιπωρία και τα χωράφια. Ένα όνειρο που δεν ανήκε μόνο στα παιδιά, αλλά και στους γονείς τους.
Εκείνοι, παρότι δεμένοι με τη γη και τη σκληρή δουλειά, που και αυτοί από μικρά παιδιά έζησαν στο πετσί τους , προέτρεπαν τα παιδιά τους να φύγουν, να μορφωθούν, να μη ζήσουν την ίδια ζωή.
«Μάθε παιδί μου γράμματα να φύγεις από αυτό το μαρτύριο…» συνήθιζαν να λένε. Εδώ να σημειώσω ότι ήταν κοινά αποδεκτό πως η μοίρα των αγοριών, αν δεν σπούδαζαν ή αν δεν έφευγαν για μεροκάματο και καλύτερες συνθήκες εργασίας στις πόλεις, θα ήταν η συνέχιση στην οικογενειακή εστία των ίδιων αγροτικών ασχολιών, με τα πενιχρά μέσα της εποχής και πολύ χαμηλό εισόδημα και με την ελπίδα να καλυτερεύσουν οι συνθήκες και το εισόδημα.
Για τα κορίτσια, όμως, τα περιθώρια ήταν ακόμη πιο περιορισμένα. Αν έμεναν στο χωριό και δεν έφευγαν για την πόλη, η κοινωνική επιταγή ήταν σχεδόν μονόδρομος, ο γάμος. Διαφορετικά, θεωρούνταν βάρος για την οικογένεια, χωρίς προοπτική και χωρίς κάποιον άλλον ρόλο να επιτελέσουν.
Μέσα από τις στερήσεις τους, γεννούσαν ελπίδα. Παρόλα αυτά κάποιοι συνέχισαν τις σπουδές τους και έφυγαν από τα χωριά. Άλλοι αναγκάστηκαν να ξενιτευτούν, στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό, δουλεύοντας σκληρά σε εργοστάσια, οικοδομές ή μπαρκάροντας στα καράβια.
(Μόνοι μέσα σε πόλεις άγνωστες με ποικιλόμορφο πληθυσμό το νέο ξεκίνημα τους δεν ήταν με ροδοπέταλα στρωμένο και ίσως θα ήταν χρήσιμο σε μια άλλη ανάρτηση να γράψω γι ‘αυτό το νέο ξεκίνημα.)
Υπήρξαν όμως και εκείνοι που συνειδητά έμειναν πίσω, παλεύοντας να καλυτερεύσουν τις συνθήκες ζωής τους, αξιοποιώντας την πρόοδο της τεχνολογίας και τις αλλαγές των καιρών.
Άλλοι τα κατάφεραν περισσότερο, άλλοι λιγότερο, άλλοι όχι. Όλοι όμως πάλεψαν. Και κανείς δεν έπαψε να ονειρεύεται. Μια παιδική ηλικία που χάθηκε Τα παιδιά των χωραφιών, δεν έζησαν παιδικά χρόνια όπως τα γνωρίζουμε σήμερα.
Δεν έπαιξαν ανέμελα, δεν πήγαν εκδρομές και ταξίδια, δεν προλάβαιναν να χαρούν όλο το καλοκαίρι τη θάλασσα όπως άλλοι συνομήλικοι τους, δεν χάρηκαν τις διακοπές του σχολείου, δεν γνώρισαν άλλα μέρη εκτός του χωριού τους.
Δεν γνώρισαν πολυτέλειες ούτε έτοιμες λύσεις, δεν χάρηκαν όπως έπρεπε τα Χριστούγεννα και το Πάσχα, δεν φόρεσαν καινούργια ρούχα και παπούτσια, δεν απόλαυσαν εφηβεία. Έγιναν ξαφνικά μεγάλοι με πολλές υποχρεώσεις και ευθύνες, αλλά με ανύπαρκτα δικαιώματα.
Τίποτα δεν τους χαρίστηκε. Μπήκαν από νωρίς στα βαθιά της ζωής και γνώρισαν γρήγορα την ευθύνη, τον μόχθο και την επιβίωση. Η κληρονομιά τους Κι όμως, παρά τις δυσκολίες δεν παραπονέθηκαν, δεν γκρίνιαξαν.
Στάθηκαν δίπλα στις οικογένειές τους και πρόσφεραν τα πάντα για να σταθούν όρθιες. Μεγάλωσαν, σπούδασαν, εργάστηκαν, προόδευσαν. Χαρακτηριστική εικόνα του σπιτιού και ανεπανάληπτη χαρά για το γονιό , η είδηση ότι το παιδί τους τα κατάφερε και πήρε πτυχίο, παρά τις δυσκολίες και τις στερήσεις.
Η δικαίωση και η περηφάνια του φτωχού γονιού και της επιμονής του παιδιού. Αυτή τη γενιά τη χαρακτήρισαν η επιμονή, η αντοχή και η σιωπηλή δύναμη. Οι πληγωμένες τους ψυχές ζητούσαν επούλωση, και αυτή ήρθε σταδιακά σαν βάλσαμο, μέσα από μια ζωή λιγότερο σκληρή με περισσότερες ανέσεις και ευκολίες.
Άφησαν πίσω τους μια χαμένη εφηβεία, αλλά κέρδισαν την αξιοπρέπεια και την ελπίδα για το αύριο. Η ιστορία τους δεν είναι μόνο μνήμη, είναι ένα μάθημα για το σήμερα.
Σήμερα, τα παιδιά των χωραφιών μεγάλωσαν πολύ και αποτελούν τη ραχοκοκαλιά των δικών τους οικογενειών, που δημιούργησαν σε σχετικά μικρή ηλικία και φορείς αξιών όπως η εργατικότητα, η αντοχή, η αξιοπρέπεια και η αλληλεγγύη..
Είναι μια γενιά που δεν ζήτησε πολλά, αλλά έδωσε τα πάντα. Μια γενιά που δεν είχε τίποτα, αλλά ένιωθε ότι είχε τα πάντα. Μια γενιά που έκτισε την μεταπολεμική Ελλάδα.
Ίσως να είναι η τελευταία γενιά που ήξερε γιατί μεγάλωνε, γιατί εργαζόταν και πώς διεκδικούσε αυτά που ήθελε.
Αυτή η γενιά είναι και η δική μου
Παναγιώτης Ηλ. Χολής
Δεκέμβριος 2025


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Η ΒΕΛΟΥΤΣΑ ΝΕWS θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.
Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών.
Όλα τα σχόλια θα εμφανίζονται μετά την έγκρισή τους από τους διαχειριστές του ιστολογίου.
Σχόλια υβριστικά, συκοφαντικά, ειρωνικά, υποτιμητικά, μειωτικά και απαξιωτικά ή σχόλια χυδαία, σεξιστικά, ρατσιστικά και θρησκευτικού μίσους, σχόλια με μηνύματα που δεν καταλαβαίνουμε, ονομαστικές αναφορές σε απλούς πολίτες και προβοκατόρικα ή σχόλια που δεν έχουν σχέση με τη παραπάνω ανάρτηση, ΔΕΝ θα δημοσιεύονται.
Τα σχόλια και τα κείμενα των αναγνωστών εκφράζουν τους ίδιους και δεν υιοθετούνται κατά ανάγκη από το παρόν ιστολόγιο.
Παρακαλούμε τους αναγνώστες μας να διατυπώνουν τα σχόλια τους με κόσμιο τρόπο για να δημοσιευτούν.
Εάν παρόλα αυτά κάποιος θεωρεί ότι θίγεται από ανάρτηση ή σχόλιο στο Blog, καλείται να επικοινωνήσει μαζί μας μέσω του e-mail veloutsaxiromerou@gmail.com προς αποκατάσταση.