Οι παραθεριστές στην Βελά τα παλιά τα χρόνια...
Κάθε χρονιά, τον ίδιο καιρό, αρχές και μέσα της δεκαετίας του 1960,τέλος Ιούλη μέχρι τον δεκαπενταύγουστο και μετά,20-25 Αυγούστου, πήγαιναν για μπάνια από το χωριό ,τη Μαχαιρά .
Πήγαιναν οι γιαγιάδες και έπαιρναν τα εγγόνια μαζί τους, να κάνουν μπάνια, ν’ απολύσουν τα νεύρα, πήγαιναν με τα γαϊδούρια ,τα μουλάρια (τα μπλαρια )και τα άλογα φορτωμένα τα πράγματα τους,.
Ρούχα μαντανιες να σκεπαστούν, τρόφιμα, ψωμί, τυρί, λάδι να’χουν να φάνε, νερό, διάφορα συγυρια, τηγάνια, τα πιάτα, νταμιτζάνες για νερό, κατσαρόλες μαγειρεύουν, όλα τα αναγκαία,.
Φεύγανε το απόγευμα που έπεφτε το κάμα η’ πολύ πρωί, από το χωριό στη Τσαπουρνιά στα Δασκαλεικα έφταναν κάτω στο Αχίλλειο στη Βασλοπ' [το Βασιλόπουλο], εκεί διανυχτέρευαν σε κάποιο συγγενικό σπίτι στην αυλή του η’ αν δεν ειχαν συγγενείς σε κάποια λάκκα έξω .
Αν έφευγαν το απόγευμα και θα νύχτωναν, ξύπναγαν το πρωί και
συνέχιζαν το δρόμο τους, από κει στρίβανε περνάνε το μονοπάτι και από τη
Μερατζουλα κατεβαίνανε προς τη
θάλασσα και φτάνανε στη Βελα.
Στις παραλίες της Βελας, εκεί φτιάχνανε στην ακρογιαλιά καλύβες, τσατουρες, με ξύλα και καλάμια, εκεί μένανε. Τότε δεν υπήρχε ο δρόμος από τον Αστακό προς τον Μυτικα, ούτε ο δρόμος από το Βασιλόπουλο, εκεί πιάνανε θέση, έβρισκαν αυτούς που έχανε πάει μπροστυτερα, από τη Βασλοπ’, από τη Μαχαιρα, παραθεριστές.
Οι πατεράδες αφού άφηναν τις μάνες τους, τις γιαγιάδες, και τα παιδιά και τα εγκαθιστούσαν στις καλύβες γύριζαν στο χωριό, είχανε δουλειές, τα καπνά, ήταν στο μάζεμα, καίγονταν.
Οι γιαγιάδες έπρεπε να κάνουν μπάνια, ν’αμπολυσουν τα νεύρα, να τριφτούν τ’αρθριτικα, να φύγουν οι ψύξεις, να περάσουν το χειμώνα, το αλάτι ,η θάλασσα ήταν ιαματική.
Οι γιατροί έλεγαν να κάμουν δέκα-δεκαπέντε μπάνια, τόσα φτάνουν ,είναι καλά και στα παιδιά τα μπάνια κάνανε καλό, το αλάτι άργαζε το κορμί , ο ήλιος καίει το κορμί, το ιώδιο που αναπνέανε, θα περνούσαν το χειμώνα χωρίς να κρυώσουν, να θερμανθούν.
Ήταν τα μπάνια, θεραπεία, κουργιαλο, τότε δεν είχαν μαγιό, μπανιαρα,
οι γυναίκες με τα μισοφόρια και οι αρσενικοί με τα σώβρακα. Εκεί που κανανε μπάνιο
οι γυναίκες η παραλία
ήταν άβατο, απαραβίαστο, τα γυναικεία μπάνια, ούτε αρσενικά παιδιά δεν πήγαιναν
εκεί, τα διωχνανε.
Οι γυναίκες σκάβανε στην άμμο στη λάκκα λούμπες επιμήκεις στο μήκος του σώματος, κάθε μια είχε τη δικιά της λούμπα, αυτή η λούμπα γέμιζε με θαλασσινό νερό που έβγαινε μέσα απ’ το χώμα, και το ζέστανε ο ήλιος, γινόταν το νερό χλιαρό, θερμό, καυτό, εκεί μέσα μπενανε και ξαπλώνανε, τις σκέπαζε το ζεστό νερό και τις ξεκούραζε, τις αλάφρωνε, πότιζε το σώμα τους, μόλα τα στοιχειά του, στο κεφάλι φορούσανε ένα μαντήλι να μην τους κάψει και τους ζαλίσει ο ήλιος,.
φαντασθείτε το θέαμα την εικονα,στη λακκα στην άμμο να προεξέχουν μέσα από τις λούμπες τα κεφάλια με τα μαντίλια,τα παιδιά κάνανε μπάνιο κολυμπούσαν,πλέανε, εκεί στη παράλια που είναι μπροστά απ’το νησάκι.
Μια ξέρα,20μ μήκος επί 10μ πλάτος επιφάνεια, εκατό μέτρα περίπου απόσταση από την ακτή, κάποια παιδιά που ξέρανε μπάνιο,να κολυμπάνε,κι είχανε αντοχή και δεν φοβόντουσαν πήγαιναν στο νησάκι, ανέβαιναν πάνω του κι από κει φώναζαν και χειρονομούσαν προς τους άλλους απέναντι,περήφανα για το κατόρθωμα τους,κάνανε και αγώνες, συναγωνισμούς ποιος θα φτάσει πρώτος πιο γρήγορα στο νησάκι και ποιος θα γυρίσει πιο γρήγορα, πρώτος, καθημερινά κάνανε δυο μπάνια,ένα το πρωί κι ένα τ’απογευμα.
Ύστερα όταν έπεφτε ο ήλιος, στη Βελα αργεί να πέσει ο ήλιος, να δύσει, κι έχει ένα φανταστικό ηλιοβασίλεμα,όλο χρώματα, πορφυρά κόκκινα πορτοκαλιά μωβ χρώματα, τότε που δροσέρευε χωρίζονταν σε δυο ομάδες τα παιδιά και παίζανε μπάλα ποδόσφαιρο στη λακκα μπροστά από τη παραλία,εκεί γνωρίζονταν τα παιδιά μεταξύ τους.

Απο τη Μαχαιρα και τη Βασλοπ’ ,με τις ντριπλες,τα σουτ,τις πασες, ηταν η
αποθεωση μιας αλλης μερας που περασε στη Βελα υστερα οταν βραδυαζε και νυχτωνε καθονταν
να φανε ,οι γυναικες ειχαν μαγειρεψει εξω στην αμμο ,αναβαν φωτια ,εψηναν
ψαρια, η’ κρεας, εβραζαν και φαγητα,και τηγανιζαν,μυριζε φαγητο η παραλια.
Ετοιμαζονταν το τραπεζι,καθοντουσαν ολοι να φανε,ειχαν αναψει
λαμπες πετρελαιου να βλεπουν,εξω τρωγανε, διπλα στη θαλασσα που ερχονταν κι
εφευγε,που κυλαγε.
Αφου τελειωναν το φαγητο μαζευονταν οι ανθρωποι στις καλυβες ,σε καποια καλυβα,
γινονταν παρεες και κουβεντιαζαν, οι
μεγαλες γυναικες,ελεγαν διαφορα, αστειευαν, γελουσαν, θυμοντουσαν,ελεγαν τα βασανα
τους, πολλα ειχαν να πουν απ’αυτα που εχει και κουβαλα ο κοσμος.
Τα παιδια ακουγαν,τις ιστοριες των μεγαλων,η θαλασσα,ηρεμη η’ με κυμα,η παλιρροια,αν ειχε φεγγαρι ηταν ασημενια,τοπους,κινουμενο φως,ειχε και φωσφορισμο στα νερα, ακουγαν τον ηχο της θαλασσας,την ανασα της,το κυμα στην αμμο, το νερο ανασηκωνε τα χαλικια,τ’αφηνε κι εφευγε πισω ,ηχος περιοδικος, επαναλαμβανομενος, που τα νανουριζε τα παιδια,κλεινανε τα ματακια, κατω απ’τ’αστερια ερχονταν ο υπνος ελαφρυς δροσερος ζεστος ,χαδι της μανας.
Εβλεπαν και τις βαρκες με τα φωτα,τα γρι γρι,που εβγαιναν για νυχτερινο για ψαρεμα, εβλεπαν και τα φωτα στο νησι απεναντι τον Καλαμο κι ο υπνος τα επαιρνε,τα σκεπαζαν εκει εξω που επεσαν να μην κρυωσουν τη νυχτα,η’ τα πηγαιναν μεσα στη καλυβα να κοιμηθουν ,τα μικροτερα τα σηκωναν στην αγκαλια τους, το πρωι ξυπνουσαν όταν χτυπαγαν την επιφανεια της θαλασσας οι πρωτες ακτινες του ηλιου και ζεστανε.
Οι γυναικες καθαριζανε τις κατσαρολες τα πιατα και τα τηγανια στη θαλασσα,τα τριβανε με την αμμο,ειχε κι ενα πηγαδι στη λακκα πιο πανω,το νερο ηταν αρμυρο,γλυφο ,δεν πινονταν για πλυσιμο το ειχαν,για τα ρουχα, ποτιζαν και τα ζωα απο κει, τα γιδια και τα γουρουνια,
Την καθημερινη τους φυσικη αναγκη την εκαναν στα υψωματα,πισω απ’τα πουρναρια, αλλο θεαμα κι αυτο,να πηγαινουν προςτα κει και να γυριζουνι, αλλες εποχες τοτε αλλοι ανθρωποι,αθωα χρονια,φυσικα, απολυτα φυσικα.
Απο τον Αστακο και τον Μυτικα ερχονταν βαρκες το πρωι και
πουλουσαν,φρεσκα ψαρια, φερνανε και ντοματες, καρπουζια, πεπονια,διαφορα
τροφιμα, αγοραζαν να φανε,καθε Σαββατο ερχοντανε απ’το χωριο ο πατερας, η’
εστελναν με καποιον αλλο, κι εφερ-
νε ψωμια και τροφιμα,συκα,απιδια αχλαδια,τα πρωτα σταφυλια ,το ψωμι ηταν
φρεσκο, καρβελια απ’τον φουρνο,εφερναν και νεα, να μαθουν τι γινεται, επειτα
γυριζαν παλι πισω, στη δουλεια,στα καπνα, μεχρι το αλλο
Σαββατο.
Ερχοντουσαν με τα γαιδουρια και τ’αλογα,αναλογα πεζοι η’ καβαλλα,μερικοι παραθεριστες ερχοντουσαν με καικι απ’ τον Αστακο,κι ετσι εφευγαν απο τη Βελα,με το καικι,για σωσιβια ειχανεσαμπρελες απο τις πισω μεγαλες ροδες των τρακτερ,απο τα μπελαρους κι απο τις ροδες φορτηγων αυτοκινητων,απ’αυτές πιανονταν ,να ξαποστασουν κι απο κει κανανε βουτιες.
Ειχε η θαλασσα στις πετρες αχινους,τους καλογερους τους μικρους,και τους μεγαλους αχινους, τους κανονικους, επρεπε να προσεξεις να μην τους πατησεις, γιατι αν μπουν τ’αγκαθια ειναι δυσκολο να βγουν,θα ποναει το ποδι,η πατουσα,δεν μπορεις να πατησεις και θα κουτσενεις για μερες,αν πατουσε καποιος αχινο για να βγαλει τ’αγκαθια αλοιφε με λαδι το μερος που ειχανε μπει και προσπαθουσε να τα βγαλει ενα-ενα με βελονι, με τις ωρες υπομονετικα,να μην σπασουν γιατι τοτε εμεναν μεσα ,δεν βγαινανε.
Πολλοι ξερανε να ξεχωριζουν τα χταποδια και να τα πιανουν,με τα χερια η’ με καμακι,ειχε πολλα χταποδια τοτε,τα χτυπουσαν στους βραχους και τα γουλιζαν,υστερα ειτε τ’απλωνανε στον ηλιο να ξεραθουν ειτε τα εψηναν ωμα,μοσσχοβολουσε ο τοπος,η παραλια, εκει γυρω βοσκουσαν και γιδια,ακουγες τα κουδουνια και τις φωνες τους,τα’βλεπες,κατεβαιναν μεχρι κάτω στη παραλια,στην ακρη της θαλασσας.
Αναμεσα στις τσατουρες στις καλυβες, ητανε και πολλα γουρουνια, κυλιοντουσαν στανερα,εκει που ηταν το πηγαδι,για το ποτισμα,αναγλυτσαζαν, επρεπε να τα προσεχεις γιατι μπορουσαν να μπουν μεσα στη καλυβα και να φανε οτι βρησκανε,δεν αφηναν τροφιμο για τροφιμο ψωμια, καρπουζια, πεπονια, ντοματες,κολοκυθια,πατατες,ολα τα σαρωνανε,αυτα τα γουρουνια καθαριζανε τρωγανε κι οτι πεταγαν,φλουδες απο καρπουζια, πεπονια, τ’ αποφαγια, φυσικος οικολογικος καθαρισμος.
Υπήρχαν και μαγαζάκια στημενα στη παραλια,ειχαν γκαζοζες αναψυκτικα,ουζο,μπυρες σε βαρελια με παγο,ψενανε στη σουβλα κατσικι,η’ προβατινα,και γουρουνοπουλο ,νοστιμοτατο με κριταανι στη πετσα, ητανε τα μαγαζια και χασαπικα σφαζανε ζωα ν’αγορασει ο κοσμος κρεας,πολλες φορες τυχαινε να πιασει ξαφνικη μπορα που περνουσε ,τυχαινε ομως να ειναι δυνατη με πολυ νερο και αερα και τους ξεσηκωνε τις καλυβες,τοτε αν ηταν προς το τελος της διαμονης των μαζευαν τα πραγματα τους τα φορτωναν κι εφευγαν.
Του χρονου θα ξαναγυριζαν, με το καλο ετσι περνουσαν τις μερες τους στη Βελα στα μπανια,οι ανθρωποι που παραθεριζανε εκει,κανανε παρεες,ασκουνταν το κορμι,μαυριζαν,τα παιδια γινοντουσαν μαυρα σαν γυφτακια,και μετα της Παναγιας τον δεκαπενταυγουστο κατα τις 20-25 του μηνος γυριζαν στο χωριο,και διηγουντουσαν πως περασαν
Μια μυθικη εποχη, τωρα που πια ολα αλλαξαν μενουν
εκει στις παραλιες τα ιχνη τους,οι φωνες τους, οι κινησεις τους,οι
συναναστροφες τους,η παρουσια τους ,η ελαχιστη και μεγιστη
ΚΕΙΜΕΝΟ Χ.Ν.ΚΟΥΒΕΛΗΣ!~













Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Η ΒΕΛΟΥΤΣΑ ΝΕWS θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.
Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών.
Όλα τα σχόλια θα εμφανίζονται μετά την έγκρισή τους από τους διαχειριστές του ιστολογίου.
Σχόλια υβριστικά, συκοφαντικά, ειρωνικά, υποτιμητικά, μειωτικά και απαξιωτικά ή σχόλια χυδαία, σεξιστικά, ρατσιστικά και θρησκευτικού μίσους, σχόλια με μηνύματα που δεν καταλαβαίνουμε, ονομαστικές αναφορές σε απλούς πολίτες και προβοκατόρικα ή σχόλια που δεν έχουν σχέση με τη παραπάνω ανάρτηση, ΔΕΝ θα δημοσιεύονται.
Τα σχόλια και τα κείμενα των αναγνωστών εκφράζουν τους ίδιους και δεν υιοθετούνται κατά ανάγκη από το παρόν ιστολόγιο.
Παρακαλούμε τους αναγνώστες μας να διατυπώνουν τα σχόλια τους με κόσμιο τρόπο για να δημοσιευτούν.
Εάν παρόλα αυτά κάποιος θεωρεί ότι θίγεται από ανάρτηση ή σχόλιο στο Blog, καλείται να επικοινωνήσει μαζί μας μέσω του e-mail veloutsaxiromerou@gmail.com προς αποκατάσταση.