Η Δημοκρατία των «Ειδικών»,μετατρέπει τους Δήμους σε Γραφεία Αναθέσεων...
Υπήρχε κάποτε μια εποχή που οι Δήμοι διοικούνταν από τις υπηρεσίες τους. Οι μηχανικοί σχεδίαζαν τα έργα, οι οικονομικές υπηρεσίες διαχειρίζονταν τα οικονομικά, οι διοικητικοί υπάλληλοι γνώριζαν τη λειτουργία του οργανισμού και οι αιρετοί αναλάμβαναν την πολιτική ευθύνη των αποφάσεων. Σήμερα, αυτό το μοντέλο μοιάζει να υποχωρεί με ταχύτητα.
Στη θέση του αναδύεται ένα νέο σύστημα εξουσίας. Ένα σύστημα όπου σχεδόν για κάθε αντικείμενο υπάρχει ένας εξωτερικός σύμβουλος, ένας τεχνικός συνεργάτης, μια αναπτυξιακή εταιρεία ή μια ιδιωτική μελετητική επιχείρηση.
Ένα σύστημα που κοστίζει ακριβά στους πολίτες και ταυτόχρονα αποδυναμώνει τους ίδιους τους θεσμούς που υποτίθεται ότι υπηρετεί. Η Ελλάδα δεν πάσχει από έλλειψη συμβούλων. Πάσχει από έλλειψη εμπιστοσύνης στο ίδιο της το Δημόσιο.
Αντί το κράτος να επενδύσει στην αναβάθμιση των υπηρεσιών του, να προσλάβει επιστημονικό προσωπικό, να εκπαιδεύσει στελέχη και να δημιουργήσει ισχυρές τεχνικές δομές στους Δήμους, επέλεξε τον εύκολο δρόμο: να αγοράζει συνεχώς υπηρεσίες από ιδιώτες.
Κάθε πρόβλημα γεννά μια νέα σύμβαση. Κάθε πρόγραμμα απαιτεί έναν ακόμη σύμβουλο. Κάθε χρηματοδότηση συνοδεύεται από μια νέα μελέτη. Κάθε δυσλειτουργία αντιμετωπίζεται με μια ακόμη ανάθεση.
Έτσι δημιουργήθηκε μια ολόκληρη οικονομία γύρω από το δημόσιο χρήμα. Μια βιομηχανία συμβούλων που αναπτύσσεται όσο αποδυναμώνονται οι δημόσιες υπηρεσίες. Η μεγαλύτερη αλλοίωση όμως δεν αφορά τους αριθμούς. Αφορά τη δημοκρατία.
Όταν ένας Δήμος χρειάζεται ιδιώτες για να σχεδιάσουν τα έργα του, να οργανώσουν τα οικονομικά του, να συντάξουν τις μελέτες του, να διαχειριστούν τα ευρωπαϊκά προγράμματα και να αξιολογήσουν τη λειτουργία του, τότε εύλογα γεννιέται ένα ερώτημα: ποιος διοικεί πραγματικά; Οι εκλεγμένες αρχές και οι υπηρεσίες ή όσοι υπογράφουν τις συμβάσεις;
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο προκλητική όταν αυτή η πλημμυρίδα συμβουλευτικών συμβάσεων συνυπάρχει με Δήμους που δηλώνουν ότι δεν διαθέτουν προσωπικό για να επισκευάσουν ένα δίκτυο ύδρευσης, να συντηρήσουν μια αγροτική οδό, να ολοκληρώσουν μια μελέτη ή να επιβλέψουν ένα έργο. Για βασικές ανάγκες δεν υπάρχουν άνθρωποι. Για συμβούλους, όμως, πάντα βρίσκονται πιστώσεις.
Και όσο περισσότερες αρμοδιότητες περνούν εκτός των υπηρεσιών, τόσο περισσότερο οι Δήμοι μετατρέπονται σε διαχειριστές συμβάσεων αντί για παραγωγούς δημόσιας πολιτικής.
Η τεχνογνωσία εγκαταλείπει το Δημόσιο, οι έμπειροι υπάλληλοι απαξιώνονται και κάθε νέα διοίκηση ξεκινά σχεδόν από το μηδέν, εξαρτώμενη ξανά από τους ίδιους εξωτερικούς μηχανισμούς.
Το πιο ανησυχητικό, όμως, είναι ότι αυτή η κατάσταση τείνει να παρουσιάζεται ως φυσιολογική. Δεν είναι.
Ένας Δήμος δεν ιδρύθηκε για να λειτουργεί ως πελάτης ιδιωτικών εταιρειών. Ιδρύθηκε για να υπηρετεί τους πολίτες μέσα από ισχυρές δημόσιες υπηρεσίες, διαφάνεια, λογοδοσία και θεσμική συνέχεια.
Όταν η μόνιμη λύση σε κάθε πρόβλημα είναι μια ακόμη ανάθεση, τότε δεν θεραπεύεται η αδυναμία του κράτους· μονιμοποιείται.
Η πραγματική μεταρρύθμιση δεν είναι να αυξάνονται κάθε χρόνο οι συμβάσεις συμβούλων. Είναι να πάψει το κράτος και η Αυτοδιοίκηση να τους χρειάζονται για όσα οφείλουν να κάνουν οι ίδιες οι υπηρεσίες τους.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, το ερώτημα δεν είναι πόσα εκατομμύρια ξοδεύτηκαν ούτε πόσες μελέτες παραδόθηκαν.
Το ερώτημα είναι αν η Αυτοδιοίκηση εξακολουθεί να διοικεί ή αν έχει παραδώσει τη διοίκηση σε μια νέα, ακριβοπληρωμένη και διαρκώς διευρυνόμενη τάξη "ειδικών".

Αν έκαναν όλοι οι υπάλληλοι τη δουλειά τους δεν θα χρειάζονταν ιδιώτες . Αυτό δεν το γράφεις
ΑπάντησηΔιαγραφήΜόνο την δουλειά τους κάνουν γι αυτό να εισαι σίγουρος
Διαγραφή