Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Παναγιώτης Ηλ. Χολής : Στους μικρούς χωμάτινους φούρνους της παιδικής μας αθωότητας

 

Φτιάχνοντας φούρνους στον κήπο της γιαγιάς

 


Κάπου στα μέσα της δεκαετίας του '70, με αρχές του '80, πιτσιρίκια ακόμη, ψάχναμε συνεχώς καινούργιους τρόπους να γεμίσουμε τις μέρες μας με παιχνίδι και διασκέδαση στα φτωχικά, αλλά τίμια χωριά μας.
Το ποδόσφαιρο, τα καροτσινια, η σκλάβα, το ντόριανο, τα βόλια, οι αμάδες και τόσα άλλα παιχνίδια της εποχής δεν μας αρκούσαν πάντα. Θέλαμε κάτι διαφορετικό.


 

Στη γειτονιά ήμασταν πολλά παιδιά, σχεδόν συνομήλικα. Εγώ, ο Σπύρος, ο Τζίμης, ο Γιάννης, ο Νικολάκης, ο Άγγελος, ο Φάνιας, ο Μπάμπης, ο Γιάνκος και, κάθε τόσο, κάποιοι φίλοι επισκέπτες που γίνονταν κι αυτοί μέλη της παρέας μας.

Κάποια μέρα, στην προσπάθειά μας να βρούμε ένα καινούργιο παιχνίδι, γεννήθηκε μια ιδέα. Νομίζω πως ήταν του Τζίμη – πάντως όχι δική μου. Να φτιάξουμε μικρούς φούρνους, όπως ακριβώς ήταν οι ξυλόφουρνοι που υπήρχαν τότε σχεδόν σε κάθε σπίτι του χωριού, και να προσπαθήσουμε να ψήσουμε μέσα τους ψωμί.

Η ιδέα μας ενθουσίασε και αμέσως αρχίσαμε να τη βάζουμε σε εφαρμογή.

Τόπος των εργασιών μας έγινε ο μεγάλος κήπος της γιαγιάς και του παππού του Σπύρου και του Τζίμη. Τον διαλέξαμε όχι μόνο γιατί ήταν ευρύχωρος, αλλά και γιατί η γιαγιά Γιάννενα – όπως τη φωνάζαμε από το όνομα του παππού, του Γιάννη – και ο παππούς δεν μας μάλωναν ποτέ. Όλη μέρα γεμίζαμε τον τόπο με φωνές και γέλια κι εκείνοι μας άφηναν να χαρούμε την παιδική μας ηλικία. Άγιοι άνθρωποι. Ο Θεός να τους αναπαύει.

Το πρώτο που χρειαζόμασταν ήταν το κατάλληλο χώμα. Το βρήκαμε σε έναν χωματόδρομο έξω από το χωριό, προς το Ραχούλι. Ήταν τόσο ψιλό, σαν κοσκινισμένο, που όταν βρεχόταν γινόταν σχεδόν σαν τσιμέντο. Είχαμε λοιπόν το βασικό υλικό. Το πρόβλημα ήταν η μεταφορά του.

Φορτηγό φυσικά δεν υπήρχε. Έτσι, με την παιδική μας φαντασία, μετατρέψαμε τα καροτσινια μας με το καλάμι και τις συρμάτινες ρόδες σε... φορτηγά.
Δέναμε επάνω τους μια πλαστική καρότσα από παλιά παιχνίδια – όσοι είχαμε ή βρίσκαμε στα σκουπίδια στο ρέμα, όπου κατέληγαν τα χαλασμένα – και αρχίζαμε τα αμέτρητα δρομολόγια μέχρι να μεταφέρουμε όλο το χώμα στον κήπο. Ακόμη και αυτή η διαδικασία ήταν για εμάς παιχνίδι.

Ύστερα άρχιζε η κατασκευή. Θέλαμε οι φούρνοι μας να μοιάζουν όσο το δυνατόν περισσότερο με τους αληθινούς. Στρογγυλοί, με θόλο, όπως τους βλέπαμε στα σπίτια μας. Με χώμα, νερό και τα μικρά μας χέρια χτίζαμε σιγά σιγά από τη βάση προς τα πάνω, δίνοντας κυκλικό σχήμα, μέχρι να κλείσει ο θόλος.

Δεν ήταν εύκολη δουλειά. Πολλές φορές το δημιούργημα κατέρρεε σαν χάρτινος πύργος. Όμως δεν απογοητευόμασταν. Ξαναρχίζαμε από την αρχή, με περισσότερη επιμονή και υπομονή.

Όταν επιτέλους ο φούρνος στεκόταν όρθιος, τον αφήναμε μία ολόκληρη μέρα να στεγνώσει καλά. Μετά ερχόταν η πιο συναρπαστική στιγμή: να αποδείξει πως ήταν πραγματικός φούρνος.

Όπως ακριβώς έκαναν οι μανάδες μας, έτσι κι εμείς έπρεπε πρώτα να «κολλήσουμε» τον φούρνο, δηλαδή να τον κάψουμε ώστε να αποκτήσει θερμοκρασία. Κόβαμε μικροσκοπικά ξυλαράκια, ανάβαμε φωτιά μέσα στον φούρνο και περιμέναμε με αγωνία να δούμε αν θα άντεχε ή αν θα γκρεμιζόταν από τη ζέστη.

Στη συνέχεια ετοιμάζαμε το ψωμί. Παίρναμε λίγο αλεύρι και νερό – άλλοτε κρυφά κι άλλοτε με την άδεια της μάνας μας – και ζυμώναμε μικρά ψωμάκια. Ταψάκια δεν υπήρχαν. Έτσι χρησιμοποιούσαμε καπάκια από τσίγκινα βάζα ή ψάχναμε στο ρέμα, όπου σχεδόν πάντα βρίσκαμε κάποιο που να μας κάνει.

Βάζαμε το μικρό ζυμάρι πάνω στο καπάκι και το τοποθετούσαμε μέσα στον ζεστό φούρνο. Ύστερα περιμέναμε με ανυπομονησία το αποτέλεσμα, ενώ ταυτόχρονα ρίχναμε κλεφτές ματιές στους φούρνους των φίλων μας για να δούμε ποιος θα τα κατάφερνε πρώτος.

Η μεγαλύτερη ανταμοιβή ήταν όταν το ψωμάκι ψηνόταν. Καθόμασταν όλοι μαζί, γεμάτοι περηφάνια, και το τρώγαμε σαν να ήταν το πιο νόστιμο ψωμί του κόσμου. Και η χαρά μας γινόταν ακόμη μεγαλύτερη όταν παίρναμε ένα κομματάκι στο σπίτι, για να το δοκιμάσει και η μάνα μας,μήπως και πάρουμε το, μπράβο της.

Πόσο αθώα, πόσο αληθινά ήταν όλα εκείνα τα συναισθήματα...

Τους φούρνους μας δεν τους χαλάγαμε ποτέ. Έμεναν εκεί μέχρι την άνοιξη, όταν η γιαγιά και ο παππούς χρειάζονταν τον κήπο για τις καλλιέργειές τους. Τότε μόνο γκρεμίζονταν, για να δώσουν τη θέση τους στη νέα σοδειά.

Ήταν παιδικές ευρηματικότητες μιας εποχής φτώχειας, σε μια μικρή, κλειστή κοινωνία, σε ένα χωριό που για πολλούς βρισκόταν «στο πουθενά». Για εμάς όμως ήταν ολόκληρος ο κόσμος μας. Εκεί μεγαλώσαμε, παίξαμε, μάθαμε να συνεργαζόμαστε, να επιμένουμε, να δημιουργούμε και, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, να χτίζουμε τον χαρακτήρα μας.

Αλησμόνητα παιδικά χρόνια. Τα καταγράφω για να μείνουν ως ενθύμιο μιας περασμένης εποχής, τότε που οι γειτονιές ήταν δεμένες, οι άνθρωποι αγαπημένοι και η ευτυχία χωρούσε μέσα σε έναν μικρό χωμάτινο φούρνο.

Το κείμενο αυτό είναι αφιερωμένο, όπως του είχα υποσχεθεί, με όλη μου την αγάπη και από τα βάθη της ψυχής μου, στον προσφάτως αδικοχαμένο παιδικό μου φίλο και γειτονάκι, τον Ζήσιμο (Τζίμη) Λιβάνη.
 
 
Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνους τους μικρούς φούρνους που χτίσαμε μαζί· γιατί μέσα τους δεν ψήναμε μόνο ψωμί. Ψήναμε τις πιο όμορφες αναμνήσεις της παιδικής μας ηλικίας.

Σχόλια