Η Παραχελωίτιδα ανάμεσα στη βροντή και το νερό
Ο αρχαίος Ακαρνάνας δεν ήταν ποτέ μόνος, είχε τον Δία και τον Αχελώο, ενώ οι νεοέλληνες είναι φρικτά μοναχικοί διότι τους «μπαζώνουν» με τσιμέντο, δέντρα, θάμνους, χόρτα και … αδιαφορία
Του Γιώργου Π. Μπαμπάνη
Υπάρχουν τόποι που δεν τους διαλέγεις, αλλά σε διαλέγουν, όπως Παραχελωίτιδα. Εδώ ο αρχαίος άνθρωπος δεν είχε έναν θεό να προσευχηθεί. Είχε δύο. Τον ένα τον έβλεπε από πάνω του, βροντή και φως. Τον άλλον τον άκουγε στα πόδια του, νερό που κυλάει και δεν σταματά ποτέ.
Ο Δίας και ο Αχελώος. Ο πατέρας και ο ποταμός. Το ύψος και το βάθος. Κι ανάμεσά τους ο άνθρωπος, μικρός, πεισματάρης, να χτίζει τείχη για να μη χαθεί.
Ας μη βιαστούμε να το πούμε θρησκεία. Ήταν κάτι πιο απλό και πιο τρομερό. Ήταν η γνώση πως ό,τι σε κρατάει ζωντανό μπορεί και να σε πνίξει. Κι ότι αυτό το λες θεό, για να του μιλάς.
Στράτος: ο ναός που δεν τελείωσε
Ο Θουκυδίδης την είπε «πόλιν μεγίστην». Δεν το έγραψε από ευγένεια. Οι Αθηναίοι δεν χάριζαν υπερθετικούς σε κανέναν. Στη δυτική της πλευρά, πάνω σε ύψωμα, οι Ακαρνάνες έστησαν ναό στον Στράτιο Δία, γύρω στο 331–321 π.Χ. Δωρικός, περίπτερος, έξι κίονες στην πρόσοψη και έντεκα στο πλάι. Σήμερα στέκονται στη θέση τους λίγοι σπόνδυλοι. Οι υπόλοιποι έγιναν σιωπή.
Κοίτα τους κίονες. Οι ραβδώσεις ξεκινούν στη βάση και χάνονται. Ξαναφαίνονται μόνο ψηλά, κάτω από το κιονόκρανο. Ο κορμός μένει γυμνός, σαν άνθρωπος που δεν πρόλαβε να ντυθεί.
Ο ναός δεν αποπερατώθηκε ποτέ. Δεν πήρε γλυπτά στις μετόπες. Δεν πήρε άγαλμα. Κατά τον Ορλάνδο, ο σηκός του έμενε ακάλυπτος, ανοιχτός στον ουρανό.
Κι εδώ σταματώ. Γιατί ένας ναός του Δία χωρίς στέγη και χωρίς άγαλμα δεν είναι ελάττωμα. Είναι ομολογία. Ο θεός δεν χωράει σε μάρμαρο. Ο θεός είναι αυτό που φαίνεται από πάνω, όταν σηκώσεις το κεφάλι.
Μην τον πείτε «Παρθενώνα της Ακαρνανίας». Ο Παρθενώνας είναι ένας. Κι αυτός εδώ είναι ένας. Το ημιτελές έχει τη δική του τιμή: σου αφήνει χώρο να το τελειώσεις μέσα σου.
Οινιάδες: ένα νόμισμα, δύο θεοί
Κράτα ένα νόμισμα των Οινιαδών στην παλάμη σου. Είναι βαρύτερο απ' όσο δείχνει. Στη μία όψη ο Δίας, στεφανωμένος με δάφνη. Στην άλλη ο Αχελώος, ο ποταμός με πρόσωπο. Το ίδιο ζευγάρι θα το βρεις και στα νομίσματα της Στράτου. Δεν είναι διακόσμηση. Είναι δήλωση ταυτότητας.
Οι πόλεις αυτές ζούσαν πάνω στον ρου του ποταμού. Ο Αχελώος ήταν πλωτός, και Στράτος και Οινιάδες είχαν λιμάνι πάνω του. Ο ποταμός τους έφερνε σιτάρι, εμπόρους, ειδήσεις. Και εχθρούς.
Γι' αυτό χρειάζονταν και τον άλλον. Τον Δία, που φυλάει τα σύνορα και τους όρκους. Γύρνα το νόμισμα και κατάλαβε: ό,τι αγοράζεις, το αγοράζεις με την άδεια του ουρανού και του νερού μαζί.
Οι Αιτωλοί τις ποθούσαν αυτές τις πόλεις με πάθος. Τις πήραν, τις έχασαν, τις ξαναπήραν. Ο Δίας και ο Αχελώος έμειναν. Οι κατακτητές περνούν. Οι θεοί του τόπου μένουν στο μέταλλο.
Παλαιομάνινα: Το όνομα του «Διός» στην πόρτα
Η μεγάλη ανακάλυψη δεν ήταν μεγάλη. Ήταν μια μικρή πόρτα. Στις ανασκαφές του 2006–2010, ο καθηγητής Βασίλης Λαμπρινουδάκης βρήκε στην, άγνωστη έως τότε, μοναδική είσοδο από την πόλη προς την ακρόπολη μια επιγραφή με το όνομα του Δία. Από τη μορφή των γραμμάτων, του 4ου περίπου αιώνα π.Χ. Μια πυλίδα. Ένα πέρασμα στο μέγεθος του ανθρώπου.
Γιατί εκεί; Γιατί από αυτή την πόρτα έτρεχαν να σωθούν. Άνθρωποι και ζώα, από τη χαλαρά οχυρωμένη κάτω πόλη στο καλά φραγμένο ύψωμα. Ο Δίας στην πύλη δεν ήταν στολίδι. Ήταν η τελευταία ελπίδα.
Οι Αθηναίοι τον έλεγαν Ερκείο. Από το «έρκος», τον φράχτη. Τον θεό που φυλάει την ειρήνη του σπιτιού και κάθε φραγή που κρατάει έξω το κακό.
Και η ιστορία τον δικαίωσε. Ο Πολύβιος λέει πως όταν ο Φίλιππος ο Ε΄ έκαψε εύκολα την κάτω πόλη της Μητρόπολης, την ακρόπολη δεν μπόρεσε να την πάρει. Ας το πουν τα τείχη. Ας το πει κι η πέτρα που κρατάει ακόμα το όνομά του.
Τι μάς ζητούν οι πέτρες
Στράτος, Οινιάδες, Παλαιομάνινα. Τρεις πόλεις, ένας θεός από πάνω, ένας ποταμός από κάτω. Δεν είναι σύμπτωση. Είναι γεωγραφία της ψυχής.
Ο αρχαίος Ακαρνάνας ήξερε κάτι που εμείς ξεχάσαμε. Ότι δεν ζης σε έναν τόπο. Συνομιλείς μαζί του. Τού δίνεις όνομα, τού δίνεις πρόσωπο, τού χτίζεις πόρτα. Κι εκείνος σε προστατεύει ή σε τιμωρεί, ανάλογα με το αν τον άκουσες.
Εμείς φράξαμε τον Αχελώο με τσιμέντο. Αφήσαμε τον ναό στα χόρτα. Περνάμε από την πυλίδα και δεν σκύβουμε να διαβάσουμε.
Κι όμως, οι πέτρες περιμένουν. Δεν ζητούν θαυμασμό. Ζητούν μνήμη. Ζητούν μια σκαπάνη που θα σκάψει με σέβας, κι έναν άνθρωπο που θα σταθεί στον ακάλυπτο σηκό του Στρατίου Διός και θα κοιτάξει ψηλά.
Εκεί, ανάμεσα στο νερό που φεύγει και στον ουρανό που μένει, θα καταλάβει γιατί εδώ κάποτε οι θεοί ήταν δύο. Και γιατί ο άνθρωπος, ανάμεσά τους, δεν ήταν ποτέ μόνος.
Πηγή φωτό: Τάσος Καραΐσκος, Ο Ναός του Στρατίου Διός

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Η ΒΕΛΟΥΤΣΑ ΝΕWS θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.
Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών.
Όλα τα σχόλια θα εμφανίζονται μετά την έγκρισή τους από τους διαχειριστές του ιστολογίου.
Σχόλια υβριστικά, συκοφαντικά, ειρωνικά, υποτιμητικά, μειωτικά και απαξιωτικά ή σχόλια χυδαία, σεξιστικά, ρατσιστικά και θρησκευτικού μίσους, σχόλια με μηνύματα που δεν καταλαβαίνουμε, ονομαστικές αναφορές σε απλούς πολίτες και προβοκατόρικα ή σχόλια που δεν έχουν σχέση με τη παραπάνω ανάρτηση, ΔΕΝ θα δημοσιεύονται.
Τα σχόλια και τα κείμενα των αναγνωστών εκφράζουν τους ίδιους και δεν υιοθετούνται κατά ανάγκη από το παρόν ιστολόγιο.
Παρακαλούμε τους αναγνώστες μας να διατυπώνουν τα σχόλια τους με κόσμιο τρόπο για να δημοσιευτούν.
Εάν παρόλα αυτά κάποιος θεωρεί ότι θίγεται από ανάρτηση ή σχόλιο στο Blog, καλείται να επικοινωνήσει μαζί μας μέσω του e-mail veloutsaxiromerou@gmail.com προς αποκατάσταση.