Στο επετειακό φόρουμ για τα 100 χρόνια του «Οικονομικού Ταχυδρόμου», όπου παραβρέθηκα, είδα από τρία ιερά τέρατα της ελληνικής δημοσιογραφίας να ανεβαίνει πρώτος στη σκηνή ο παππούς μου Δημήτρης Στεργίου στο πρόσωπο του οποίου έβλεπα ολόκληρη εποχή με εικόνες, διηγήσεις του πατέρα μου και παλιών αναγνωστών του
Του Γιώργου Π. Μπαμπάνη
Υπάρχουν στιγμές που ο χρόνος σταματά να προχωρά ευθύγραμμα. Στιγμές που το παρόν υποχωρεί για λίγο και αφήνει χώρο στις φωνές εκείνων που προηγήθηκαν.
Έτσι ένιωσα καθώς έβλεπα να ανεβαίνουν στη σκηνή τα ιερά τέρατα της ελληνικής δημοσιογραφίας, στο επετειακό OT Forum για τα εκατό χρόνια του Οικονομικού Ταχυδρόμου. Και ανάμεσά τους, τον παππού μου, τον Δημήτρη Στεργiου.
Συνεχώς, από το πρωί μέχρι το βράδυ επί 32 χρόνια στο γραφείο του στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο», από τα οποία 26 χρόνια από τη θέση του αρχισυντάκτη και διευθυντή Σύνταξης μαζί με τον ιστορικό διευθυντή από το 1965 έως και το 1996 διευθυντή Γιάννη Μαρίνο, το «Βήμα», τα «Νέα»
Δεν έβλεπα μόνο έναν δημοσιογράφο. Έβλεπα μια ολόκληρη εποχή. Τότε που το μελάνι δεν προλάβαινε να στεγνώσει πάνω στις σελίδες. Τότε που οι λέξεις είχαν βάρος και οι υπογραφές ευθύνη.
Τότε που η δημοσιογραφία δεν μετρούσε την αξία της με την ταχύτητα της αναπαραγωγής, αλλά με την ακρίβεια της σκέψης και την εντιμότητα της πένας.
Και ξαφνικά, μέσα στην αίθουσα, άκουσα τις αναμνήσεις του πατέρα μου. Τον άκουσα να περιγράφει όταν ως μαθητής του γυμνασίου τον έβλεπε κλεισμένο στο δωμάτιό του, σκυμμένο πάνω από τη γραφομηχανή.
Τα πλήκτρα να χτυπούν αδιάκοπα μέσα στη νύχτα, σαν ένας δεύτερος χτύπος καρδιάς. Ένα τσιγάρο να καίγεται αργά στο χέρι του. Ο καπνός να απλώνεται στον χώρο, να στροβιλίζεται κάτω από το φως του πορτατίφ και να χάνεται στο ημίφως, σαν τις εποχές που φεύγουν αλλά αφήνουν πίσω τους ανθρώπους που τις σημάδεψαν.
Ίσως τελικά η μνήμη να μοιάζει με εκείνον τον καπνό. Δεν μπορείς να την κρατήσεις. Δεν μπορείς να την αγγίξεις. Κι όμως, διαποτίζει τα πάντα. Παραμένει στις αφηγήσεις, στις μικρές οικογενειακές ιστορίες, στις συνήθειες που κληρονομούμε χωρίς να το καταλαβαίνουμε.
«Οικονομικός Ταχυδρόμος», πώς ένα έντυπο έγινε θεσμός
Ο «Οικονομικός Ταχυδρόμος» δεν υπήρξε ποτέ απλώς ένα οικονομικό έντυπο. Υπήρξε θεσμός.
Από το πρώτο του φύλλο το 1926, φιλοδοξούσε να παρακολουθεί την οικονομική ζωή της χώρας και να συμβάλλει, μέσα από τον δημόσιο διάλογο, σε μια «υγιεστέραν εξέλιξιν και ανάπτυξιν». Εκατό χρόνια μετά, η συζήτηση παραμένει η ίδια: ποια Ελλάδα θέλουμε να οικοδομήσουμε;
Στο φετινό OT Forum «100 χρόνια Οικονομικός Ταχυδρόμος» η παραγωγική Ελλάδα βρέθηκε στο επίκεντρο. Υπουργοί, επιχειρηματίες, ακαδημαϊκοί και εκπρόσωποι της αγοράς μίλησαν για την ανάγκη ενός νέου παραγωγικού μοντέλου, για την καινοτομία, τις επενδύσεις, την εξωστρέφεια. Για την Ελλάδα της επόμενης ημέρας.
Κι όμως, καθώς τους άκουγα, δεν μπορούσα να αποφύγω ένα βαθύτερο ερώτημα: Τι ακριβώς παράγουμε σήμερα ως κοινωνία; Παράγουμε προϊόντα, υπηρεσίες, τουρισμό. Αλλά παράγουμε άραγε χαρακτήρες; Παράγουμε αίσθηση καθήκοντος; Παράγουμε ανθρώπους που να πιστεύουν ότι το έργο τους έχει αξία ακόμη κι όταν κανείς δεν τους χειροκροτεί;
Διδάγματα από τη γενιά του παππού μου Δημήτρη Στεργίου
Η γενιά του παππού μου έζησε στερήσεις, πολιτικές αναταράξεις, αβεβαιότητα.
Κι όμως, είχε μια σχεδόν αυτονόητη πίστη ότι τίποτε ουσιαστικό δεν χτίζεται χωρίς κόπο. Ότι η αξιοπρέπεια κατακτάται μέσα από την εργασία και ότι η ευθύνη απέναντι στην κοινωνία προηγείται της προσωπικής δικαίωσης.
Σήμερα διαθέτουμε περισσότερα μέσα, περισσότερη τεχνολογία, περισσότερη γνώση. Και όμως, συχνά δείχνουμε λιγότερη υπομονή. Θέλουμε την επιτυχία χωρίς τη διαδρομή. Την αναγνώριση χωρίς τη θυσία. Την ανάπτυξη χωρίς την αλλαγή νοοτροπίας που αυτή απαιτεί.
Ίσως, τελικά, το πραγματικό στοίχημα της παραγωγικής Ελλάδας να μην αφορά μόνο τους οικονομικούς δείκτες. Ίσως να αφορά την ανασυγκρότηση ενός εσωτερικού ήθους.
Την επιστροφή στην επιμονή, στη συνέπεια, στη σιωπηλή αφοσίωση εκείνων που έμεναν ξάγρυπνοι μπροστά σε μια γραφομηχανή, πιστεύοντας ότι οι λέξεις μπορούν να υπηρετήσουν την αλήθεια και ότι η δουλειά, όταν γίνεται με ευσυνειδησία, αποκτά σχεδόν ηθική διάσταση.
Φεύγοντας από το Παλαιό Καπνεργοστάσιο, δεν κράτησα σημειώσεις από όλες τις ομιλίες.
Κράτησα μαζί μου τον ήχο μιας γραφομηχανής που δεν άκουσα ποτέ πραγματικά, αλλά έμαθα να αναγνωρίζω μέσα από τις αφηγήσεις.
Κράτησα την εικόνα ενός ανθρώπου με το τσιγάρο στο χέρι, να διορθώνει ακούραστα ένα ακόμη κείμενο μέχρι αργά τη νύχτα, γιατί πίστευε ότι η ευθύνη απέναντι στον αναγνώστη δεν έχει ωρριο. Και σκέφτηκα πως κάθε γενιά παραλαμβάνει μια λευκή σελίδα.
Το ερώτημα είναι αν θα αρκεστούμε να τη γεμίσουμε με θόρυβο ή αν θα έχουμε το θάρρος να γράψουμε επάνω της κάτι που θα αξίζει να θυμούνται οι επόμενοι.
Γιατί τα έθνη δεν χάνονται όταν φτωχαίνουν. Χάνονται όταν το μελάνι στεγνώνει πριν προλάβουν να πουν όσα πραγματικά έχουν σημασία


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Η ΒΕΛΟΥΤΣΑ ΝΕWS θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.
Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών.
Όλα τα σχόλια θα εμφανίζονται μετά την έγκρισή τους από τους διαχειριστές του ιστολογίου.
Σχόλια υβριστικά, συκοφαντικά, ειρωνικά, υποτιμητικά, μειωτικά και απαξιωτικά ή σχόλια χυδαία, σεξιστικά, ρατσιστικά και θρησκευτικού μίσους, σχόλια με μηνύματα που δεν καταλαβαίνουμε, ονομαστικές αναφορές σε απλούς πολίτες και προβοκατόρικα ή σχόλια που δεν έχουν σχέση με τη παραπάνω ανάρτηση, ΔΕΝ θα δημοσιεύονται.
Τα σχόλια και τα κείμενα των αναγνωστών εκφράζουν τους ίδιους και δεν υιοθετούνται κατά ανάγκη από το παρόν ιστολόγιο.
Παρακαλούμε τους αναγνώστες μας να διατυπώνουν τα σχόλια τους με κόσμιο τρόπο για να δημοσιευτούν.
Εάν παρόλα αυτά κάποιος θεωρεί ότι θίγεται από ανάρτηση ή σχόλιο στο Blog, καλείται να επικοινωνήσει μαζί μας μέσω του e-mail veloutsaxiromerou@gmail.com προς αποκατάσταση.